. ΜΟΛΙΣΤΑ: 19 Φεβ 2008

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Η Πελαγία ακτιβίστρια

το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα μικρό δείγμα της κουλτούρας των Μολιστινών και της έγνοιας τους για το χωριό. Δημοσιεύτηκε σε τοπική εφημερίδα της επαρχίας Κόνιτσας ..........

ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΕΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΟΤΕΡΟ


Aνηφορίζοντας από την Κόνιτσα, φτάνουμε στη στροφή για το χωριό μου τη Μόλιστα (που τώρα το καλοκαίρι πάμε σαν τουρίστες). Μπαίνουμε σε ένα καταπράσινο λόγγο μ' εκατοντάδες είδη δένδρων και λουλουδιών, που βρίσκονται σ' έναν ακράτητο συναγωνισμό σε πυκνότητα, σε απλότητα και σε ύψος. Όλα θέλουν να φτάσουν τα πανύψηλα πεύκα. Ακόμα και τα βράχια τα ονομαζόμενα Σταλάϊματα σκεπάζονται με δεντράκια και τρεχουν ν’ ανταμώσουν με τα πεύκα που κατεβαίνουν απ' τα βουνά Λινίκο και Σιούμο. Η Τζιαντόρα ήδη έχει σκεπαστεί, σχεδόν. Κι έτσι η Μόλιστα τυλίγεται και βυθίζεται κυριολεκτικά μέσα στην καταπράσινη φυλλωσιά. Πνίγεται από οξυγόνο και δροσιά, ένα πεντακάθαρο περιβάλλον που σε σκλαβώνει και σου προκαλεί νοσταλγία, κι ευγνωμοσύνη!

Εν τω μεταξύ τα σπιτάκια μας όλο και ομορφαίνουν το χωριό, εκτός από μερικά που δεν μπήκαν στο ρυθμό της ανοικοδόμησης. Οι σκεπές δεν είναι ομοιόμορφες στο χρωματισμό. Σ' αυτό το καταπράσινο χάος όμως δίνουν μιά ξεχωριστή ομορφιά. Οι αυλές στα περισσότερα σπίτια μαζί με τις γλάστρες έχουν ξεπεράσει το παλιό τους εαυτό. Είναι καθαρές και σκεπασμένες με πολύχρωμα λουλούδια, κληματαριές, δαφνάκια, και στις άκρες και λίγα λαχανικά. Όλα μαζί δίνουν μια χωριάτικη γοητεία.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΛΑΓΙΑΣ ΣΤΟ

http://docs.google.com/Doc?docid=dc7kmsz4_2cg6c8wcs&hl=el7

buzz it!

Στην Πελαγία από τα εγγόνια της







The summer, Kaspar David Friedrich (public domain)
Φυσικά, όλα τα καλοκαίρια είναι ζεστά, µάλιστα τώρα λένε πως ο ήλιος είναι πιο καφτερός αλλά και ανθυγιεινός, γιαυτό καλά θα κάνουµε ν' ακούµε τις συµβουλές που µας δίνουν οι επιστήµονες.
Αλλά εκείνα τα περασµένα καλοκαίρια στο αγαπηµένο µου χωριό τη Μόλιστά, ήταν κάπως αλλιώτικα - ήταν γιοµάτα, µύριζε καλοκαιριά. Τις νύχτες ο ουρανός κα­τακάθαρος γεµάτος αστέρια, ο Αυγερινός, η Πούλια, ο πανσέληνος, ο µοναδικός κλέφτης εκείνη την εποχή που έµπαινε απ' τα παράθυρα και φώτιζε τα σκοτεινά µας δωµάτια. Οι κολοφωτιές σµήνη-σµήνη σαν αναµµένα φαναράκια έτρεχαν στα σο­κάκια να συναντήσουν το Γκιόνη που τρα­γουδούσε λυπηµένα, αν και του έκαναν παρέα τ' αµέτρητα κερκίδα µε τις γλυκές τους φωνίτσες που µοιάζουν µε παιδικές σφυρίχτρες. Τα ζώα που αναµασούσαν την τροφή της ηµέρας ακούγovταν και από κανένα φτέρνισµα ή κουδούνισµα που εί­χαν στο λαιμό. Τα κοκκόρια τα µεσάνυχτα αλάνθαστα ωρολόγια λαλούσαν.
Όταν έβρεχε κάπως µύριζε όµορφα το χώµα. Τα καρποφόρα .και µη δέντρα που φύτρωναν στους όχθους που ήταν καθαρι­σµένοι από χόρτα και βάτα ορθώνονταν περήφανα γεµάτα υγεία από τον καθαρό αέρα, κι όταν δροσίζονταν σαν να µιλού­σαν µεταξύ τους. Μόλις έπεφταν τ' ανοι­ξιάτικα λουλούδια τους γέµιζαν καρπούς. Τα µήλα και τα µπούρνα τα τρώγαµε µισο­άγουρα κι ας µούδιαζαν τα δόντια µας ήταν νόστιμα. Όταν γίνονταν τα κεράσια πρώτη στο ανέβασµα η νύφη µου η Αντι­γόνη που ανέβαινε στα πιο ψηλά πεύκα στο βουνό φκιάνοντας µε το τσεκούρι σκαλωσιές για να κατεβάσει απ' την κορυφή τον οξό να φάνε τα γίδια, να φέρουν γάλα. Τώρα καθώς και όλες οι µεγαλύτε­ρες αδερφές µάζευαν µε τα καλάθια τα κεράσια, τα φέρναµε στο σπίτι, όπου τρώγαµε απλόχερα απ' όλα τα φρούτα που ήταν γλυκύτατα, γεµάτα γεύση και νοστιµιά, καµιά σίγκριση µε τα σηµερινά. Φκιά­ναν γλυκά για το Χειμώνα να τρώµε, αλλά να κερνάµε και τους καλεσµένους της γιορτές. Οι κρανιές, που οι περισσότερες ήταν φυτρωµένες στους πρόποδες του βουνού, έδιναν χρώµα στο καταπράσινο δάσος δηµιoυργώvτας ένα φανταστικό πα­ραδοσιακό ζουνάρι κεντηµένο µε πράσινα φύλλα και κατακκόκινα κουµπιά. Τα σιτά­ρια µε το παραµικρό αεράκι κυµάτιζαν σαν καταπράσινη θάλασσα. Ήταν κατακάθαρα γιατί οι γυναίκες σκυµένες όλη µέρα στη γέννησή τους έβγαζαν όλα τα λαθήρια και τα λιγκαβέτσια από µέσα. Τώρα όµως έγι­ναν χρυσαφή. Κι εκείνες µπουλωµένες με τα κάτασπρα µαντήλια στολισµένα µε πο­λύχρωµα µανηστούλια και πεταλούδες για να βαστούν ήσκιο στο πρόσωπό τους, απ' τα χαράµατα ξεκινούσαν για το θέρο.
Με τα δρεπάνια κόβοντας το σιτάρι τό­δεναν σε χεριές φκιάνοντας δεµάτια, που τα κουβαλούσαν µε τα ζώα ακόµα και φορτωµένες στις καλύβες. Μέσα σε κείνη την κάψα το µεσηµέρι τους καλούσε να ξε­κουραστούν κάτω απ' τον παχύ ίσκιο των δέντρων, ακούγοντας και λίγη µουσική που σε νανούριζε, ο ανεπανάληπτος τζίτζI­κας. Συνάµα ακουγόταν και ένα µουρµου­ρητό απ' το κελάρυσµα που έτρεχαν τα νε­ρά µέρα νύχτα και πότιζαν τους λαχανόκη­πους και τα καλαµπόκια. φασόλια, τις πατάτες, ακόµα και τ’ αµπέλια. Γάργαρα
νε­ρά που σε προκαλούσαν να σκύψεις να πιείς νερό να δροσιστείς. Ο λάκκος του Κατσούφα που έρχονταν µε φόρα απ' το Σµόλικα, γέµιζε µια µεγάλη στέρνα νερό να γυρίζουν οι µυλόπετρες στο µύλο του Τόλη Λέτσιου και Χρήστου Λέτσιου, του Χαρίλα Λέτσιου. Τώρα είναι σκεπασµένος µε θεόρατες Iτιές και καρυδιές που πηδάν οι βιρβιρίτσες από κλωνάρι σε κλωνάρι µαzεύovιας τα καρύδια.
Ο θέρος τέλειωνε κι άρχιζαν τ’ αλώνια. Δένονταν όλα τα δεµάτια τα πατούσαν τα µουλάρια µέχρι που γίνονταν άχυρο το οποίο εµείς τα παιδιά αφού χορταίναµε να κάνουµε κολοτούµπες (µια µέθοδο γυ­µναστικής) το κουβαλούσαµε µε τα τσου­βάλια στις καλύβες εκεί όπου ήταν το κλα­δί, τα τριφύλια, και τα χόρτα, η χειµωνιάτι­κη ζωοτροφή. Οι γυναίκες λίxνιzαν το σι­τάρι µε τα φτιάρια στον αέρα, για να φύγει η χνούµη.
Και σε λίγο ερχόταν ο τρύγος. Γίνονταν πανζουρλισµός. Βαρέλια, κουφίνες και καλάθια, τα πηγαιναµε στα πηγάδια και τα πλέναµε µε βούρτσες και σκούπες τους κάδους τους αναλάβαιναν οι γονεις µας. Την καθορισµένη ηµεροµηνία ξεκινούσα­µε µεγάλοι και µικροί, τα ζώα φορτωµένα τις κουφίνες και µε τους βλάχικους τορβά­δες γεµάτοι πεντανόστιµο φρέσκο ψωµί και τυρί. Φτάναµε µπροστά στις κληµατα­ριές και αµπέλια. Κάτι σταφύλια κεχριµπά­ρια. Ντιµπίνες, ντουβρινά, µαυρούδια, ξυ­νοµουρα, διαλεχτά και κoρίθια που τα κρεµούσαµε και βαστούσαν µέχρι τα Χρι­στούγεvvα. (Τα σύκα και τα ροδάκινα µο­σχοβολούσαν). Τα σταφύλια στο σπίτι τα περίµενε ένας σκαλιστός στούµπος που τάκανε λιώµα και γέµιζαν οι κάδοι µού­στο.
Σε σαράντα µέρες τραβούσαν το κρασί, ένα κρασί κατακκόκκινο γευστικά θαυµά­σιο. Σε συνέχεια βράζαν τα τσίπουρα στα 4 καζάνια που διέθετε το χωριό και βγά­ζαν τη ρακή. Οι άντρες τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους εύχονταν ο ένας στον άλλο και του χρόνου διπλά. Περισσότερες κου­βέντες για όλα στο καφενείο παίζοντας ντόµινο, ξερή και τριανταµία. Ο νικητής αµοίβονταν µε λουκούµια. Όµως εκείνη η χειροποίητη σοδειά που έβγαινε µε πολύ κόπο και ιδρώτα, χάθηκε τελείως. Δέντρα, χωράφια αµπέλια έσβη­σαν, πνίγηκαν σε µια απέραντη -άγρια φυλωσιά, που φυτρώνει κάθε λογής αγριόδε­ντρο και αγριολούλουδο, που τώρα το φθινόπωρο αποτελεί, αλλάζοντας χρώµα­τα, µια φυσιολογική αλλά εκπληκτική πα­νέµορφη ζωγραφιά. Και µεις που ζούµε τώρα στις πόλεις τι λέµε; Πάµε στο χωριό να πάρουµε αέρα, οξυγόνο. Ευτυχώς που γινεται και το πανηγύρι, τον Αύγουστο κι εκεί σαν τουριστες πλέον, συστήνουµε τα παιδιά µας, που εκείνα πιάνοντας στο χο­ρό και δεν ξέρουν αν είναι ξαδέρφια.
Και µπαίvαµε στο Χειµώνα. Η Μόλιστα κρύβονταν από το κάτασπρο χιόνι µέσα στην κυψέλη της, απολαµβάνοντας τα προϊόντα που ήταν ποιοτικά καθαρά και αγνά. Η κατανάλωση άρχιζε απ' το πανη­γύρι του Αγίου Δηµητρίου. Μοσχοβολούσε η γιοµατιά στη γάστρα, το κρέας µε το τζιαρούχι, οι πρασόπιτες, τα ψητά, τα Χρι­στούγεννα µε τις λαγγίτες στην πλάκα, κρεατόπιτες, την ΠρωτοΧρονιά, µπακλαβά­δες τις Απόκριες, πετιµέζια, σιουµπέκια, γαλοτύρια, ξυνάδια και πολλά άλλα.
Τα µεγάλα κούτσουρα σιγόκαιγαν στα τζάκια και οι καπνοί σαν χαλασµένα πυ­ροτεχνήµατα διαλύονταν στον παγερό αέ­ρα, ενώ οι αστρέχες στόλιζαν τα σπίτια µε κρουστάλλινες ταντέλες. Κι εµείς µέσα ακόµα και το βράδι µε τις λάµπες πετρε­λαίου και µε το δαδί, πλέκαµε κεντούσαµε διαβάζαµε, σιδερώναµε (σίδερο µε κάρ­βουνα) ψήναµε τον καφέ κριθάρι και ρε­βύθια στον ψήστη στη φωτιά. Αλήθεια έπρεπε να γίνει πόλεµος για να φέρουν το ρεύµα στα χωριά µας; καθώς και το ντι-ντι-ντι και εξαφανίστηκαν εκείνα τα ζωϋ­φια, οι ψύλοι και οι κοριοί που µας έτρω­γαν µέρα νύχτα µια ζωή; - πως τους αντέ­χαµε;
Εκείνους τους χειμώνες και τα καλοκαί­ρια ας ήταν στο σκοτάδι τα σπίτια - ήταν γε­µάτα, ζεστά. Τώρα που έχουν ηλεκτρικό φως, είναι άδεια, κρύα και άχαρα. Και µέ­σα σ' αυτήν τη σιωπή σαν ν' ακούγεται απ' το σχολείο µια φωνή βραχνιασµένη που φωνάζει 50 χρόνια. Φέρτε µου πίσω τα παιδιά, να παίξουν στην αυλή σκλαβάκια και χιονοπόλεµο στου τράφου την ποδιά.
Να χαιρετάν το πανέµορφο ηλιοβασίλε­µα στη Νεµέρτζικα όταν γύριζαν απ' τις εκδροµές τα δειλινά, τραγουδώντας.
Πελαγία Μακαρίου - Χαvrζιά 

πηγή εικόνας: http://www.nirantar.net/activism.htm






buzz it!

Astronomy Picture of the Day

google analytics